Τα αμφίβια είναι εξώθερμα, τετράποδα σπονδυλωτά και ανήκουν
στην ομοταξία Amphibia. Η λέξη προέρχεται ετυμολογικά από τις λέξεις αμφί και
βίος που σημαίνει διπλή ζωή ή διπλή επιβίωση. Διαβιούν σε ένα ευρύ φάσμα
βιοτόπων, με τα περισσότερα είδη να ζουν σε χερσαία, υπόγεια, δασικά ή υδατικά
οικοσυστήματα. Τα αμφίβια ξεκινούν συνήθως ως προνύμφες που ζουν στο νερό, ενώ
ορισμένα είδη έχουν αναπτύξει ηθολογικές προσαρμογές, ώστε να παρακάμψουν το
στάδιο αυτό. Οι προνύμφες υφίστανται μεταμόρφωση, όπου χάνουν τα βράγχια τους
και αποκτούν πνεύμονες. Τα αμφίβια χρησιμοποιούν επίσης το δέρμα τους ως
δευτερεύουσα αναπνευστική επιφάνεια, ενώ σε ορισμένα είδη που δεν έχουν
πνεύμονες αποτελεί το κύριο αναπνευστικό όργανο. Τα αμφίβια λόγω των περίπλοκων
αναπαραγωγικών αναγκών τους και του διαπερατού δέρματος τους, αποτελούν συχνά
οικολογικούς δείκτες. Τις τελευταίες δεκαετίες σημειώθηκε δραματική μείωση των
πληθυσμών των αμφιβίων σε πολλά είδη παγκοσμίως. Η μελέτη των αμφιβίων
ονομάζεται βατραχολογία, ενώ η μελέτη αμφότερων των ερπετών και αμφιβίων
ονομάζεται ερπετολογία.
Δεν διατηρούν τη θερμοκρασία του σώματος τους μέσω εσωτερικών
φυσιολογικών μηχανισμών. Ο μεταβολικός τους ρυθμός είναι χαμηλός και έτσι οι
ανάγκες τους σε τροφή και ενέργεια είναι περιορισμένες. Σε ενήλικο στάδιο,
διαθέτουν δακρυϊκούς αγωγούς, κινητά βλέφαρα και τα περισσότερα είδη έχουν
ακουστικούς πόρους, όπου μπορούν να ανιχνεύσουν δονήσεις μέσω εδάφους ή αέρα.
Έχουν μυώδεις γλώσσες, οι οποίες σε πολλά είδη εξωθούνται. Το δέρμα περιέχει
πολλούς βλεννογόνους αδένες και σε ορισμένα είδη, ορώδεις δηλητηριώδεις αδένες.
Η καρδιά των αμφιβίων είναι τρίχωρη, με δύο κόλπους και μια κοιλία. Έχουν
ουροδόχο κύστη και τα αζωτούχα απόβλητα αποβάλλονται κυρίως ως ουρία. Τα
περισσότερα αμφίβια αποθέτουν τα αυγά τους στο νερό και έχουν υδρόβιες προνύμφες
που υποβάλλονται σε μεταμόρφωση.